Η έννοια «γονιός», όμως, δεν είναι κάτι το αυτονόητο ούτε και αυτοσκοπός. Προϋποθέτει την ύπαρξη πολλών συγκεκριμένων ανθρώπινων ποιοτήτων και επαρκειών που, δυστυχώς, ΔΕΝ διαθέτει ο καθένας από εμάς, ασχέτως φύλου ή άλλων ανάλογων χαρακτηριστικών.
Με άλλα λόγια, υπάρχουν ανεπαρκείς έως επικίνδυνες μητέρες όσο και ανεπαρκείς έως επικίνδυνοι πατεράδες από τους οποίους το παιδί θα πρέπει να προστατεύεται, χωρίς προκαταλήψεις, κοινωνικά στερεότυπα και αυθαίρετους αποκλεισμούς ή εξαιτίας αγνόησης σημαντικών κριτηρίων και ενδείξεων που ίσως συνηγορούν για το ενδεχόμενο ύπαρξης σοβαρών κινδύνων για τη σωματική και ψυχική υγεία του παιδιού.
Όσοι έχουν υπηρετήσει στο χώρο της ψυχικής υγείας -ιδιαίτερα του παιδιού- μπορούν να πιστοποιήσουν σχεδόν ανεπιφύλακτα πως αρκετοί γονείς ποτέ δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει γονείς, τουλάχιστον κάτω από τις συνθήκες και προϋποθέσεις που αυτό έγινε. Επίσης, η καταλληλότητα ή επικινδυνότητα κάποιου ως γονέα δεν θα πρέπει να καταγγέλλεται ή/και να κρίνεται αυστηρά μόνο μετά από ένα χωρισμό, όπως συνήθως γίνεται, αλλά και πριν από αυτόν, εφόσον υπάρχουν σοβαροί λόγοι που συνηγορούν για κάτι τέτοιο. Ο ανεπαρκής ή επικίνδυνος γονέας είναι τέτοιος είτε βρίσκεται εντός είτε εκτός οικογενείας και δεν προκύπτει ξαφνικά με παρθενογένεση. Ένας ώριμος γονέας ποτέ δεν θα εκθέσει -ακόμα και μετά από έναν χωρισμό- το παιδί του σε καταστάσεις που μπορεί να το τραυματίσουν ανεπανόρθωτα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει δικές του ανάγκες ή για να τιμωρήσει/εκδικηθεί τον/τη σύντροφό του. Η ανωριμότητα δεν έχει φύλο…
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής -με ό,τι αυτό συνεπάγεται- και οι νέες μορφές οικογένειας που έχουν προκύψει οδηγούν αρκετές φορές τους γονείς σε σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ τους, όταν έρχεται η στιγμή να διεκδικήσουν την επιμέλεια/κηδεμονία των παιδιών τους αλλά και να καθορίσουν τον τρόπο επικοινωνίας τους με το γονέα που έχει αποχωρήσει από την οικογένεια και που συνήθως είναι ο πατέρας. Όταν ένα παιδί αρνείται συστηματικά και με τρόπο έντονο κάθε είδους επικοινωνία με τον ένα γονιό του, αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε επειδή το παιδί έχει σοβαρότατους και υπαρκτούς λόγους να μη θέλει -ή, σωστότερα, να φοβάται- να τον/τη συναντήσει είτε επειδή ο γονιός με τον οποίο ζει στην ουσία το εξαναγκάζει ή το «πείθει» για αυτό. Όταν και εφόσον ισχύει το δεύτερο ενδεχόμενο, τότε βρισκόμαστε ενώπιον του φαινομένου που έχει ονομασθεί ως «Σύνδρομο γονικής αποξένωσης».
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης : Μύθος ή πραγματικότητα;
Τι είναι το σύνδρομο γονικής αποξένωσης (Σ.Γ.Α.);
Ο όρος «Σύνδρομο γονικής αποξένωσης» επινοήθηκε από τον Αμερικανό ψυχίατρο Richard Gardner το 1985. Η θεωρία επάνω στην οποία στηρίζεται ο συγκεκριμένος όρος είχε ως στόχο να εξηγήσει τους λόγους που κάποια παιδιά χωρισμένων γονιών, χωρίς προφανή λόγο, αρνούνται με ιδιαίτερη έμφαση την οποιαδήποτε επαφή και επικοινωνία με τον ένα γονιό τους, συνήθως τον πατέρα. Σύμφωνα με τον Gardner, ο γονέας που έχει την επιμέλεια του παιδιού, εκμεταλλευόμενος τη σχέση συναισθηματικής εξάρτησης του παιδιού με τον ίδιο, κάνει ενός είδους πλύση εγκεφάλου στο παιδί, ελέγχοντας και υπονομεύοντας τη σχέση του με τον άλλον γονέα, σε σημείο που το παιδί να μην επιθυμεί πλέον να έχει την παραμικρή επαφή μαζί του.
Έκτοτε, η θεωρία αυτή υιοθετήθηκε αλλά και αμφισβητήθηκε εξίσου πολύ τόσο από επιστήμονες και ερευνητές του χώρου της ψυχικής υγείας όσο και από πολλούς επίσημους φορείς. Ο κύριος λόγος που οι υποστηρικτές του Σ.Γ.Α. επικαλούνται, για να τονίσουν πως πρόκειται για μια χρήσιμη θεωρία, είναι το ό,τι η κλινική εμπειρία την επιβεβαιώνει. Ισχυρίζονται, επιπλέον, πως το σύνδρομο οφείλεται στους ίδιους ψυχολογικούς μηχανισμούς που βρίσκονται και πίσω από τη διάγνωση «Shared psychotic disorder» («Επινεμόμενη ψυχωσική διαταραχή»), όπου ένα άτομο (στην προκείμενη περίπτωση, το παιδί) εμφανίζει το ίδιο παραλήρημα που ήδη έχει ένα άλλο άτομο του άμεσου περίγυρού του (στην προκείμενη περίπτωση, η μητέρα του).
Από την άλλη, ο κύριος λόγος που επικαλούνται οι επικριτές της είναι πως η έρευνα του R. Gardner δεν τυγχάνει επιστημονικής νομιμοποίησης, εξαιτίας του ό,τι βασίσθηκε κυρίως στις προσωπικές του κλινικές παρατηρήσεις και όχι στα βασικά κριτήρια της επιστημονικά τεκμηριωμένης έρευνας. Παρόλ’ αυτά, η θεωρία έχει λειτουργήσει ως καταλύτης για τη συνέχιση της διερεύνησης του φαινομένου και τη διεύρυνση των γνώσεών μας γύρω από αυτό.
Με άλλα λόγια, πρόκειται μέχρι στιγμής για έναν αμφιλεγόμενο όρο που θα πρέπει να τεκμηριωθεί επαρκώς στη συνέχεια ώστε γίνει γενικά αποδεκτός από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και να ενταχθεί ως επίσημη και αυτοτελής πλέον διάγνωση στα διεθνώς αναγνωρισμένα εγχειρίδια ταξινόμησης ψυχιατρικών διαταραχών, όπως π.χ. το D.S.M και το I.C.D., κάτι που δεν έχει γίνει έως τώρα.
Όπως προαναφέραμε, η αποξένωση του παιδιού ως φαινόμενο δεν έχει φύλο και μπορεί να προκληθεί τόσο από μία μητέρα όσο και από έναν πατέρα, αν και η πρώτη περίπτωση είναι πολύ συχνότερη. Η συχνότητα εμφάνισής της υπολογίζεται, με βάση τα διεθνή ερευνητικά ευρήματα, σε ένα ποσοστό 20-25 % των περιπτώσεων δικαστικής διαμάχης γονέων για την επιμέλεια των παιδιών τους ή την επικοινωνία τους με αυτά.
Μπορεί, επίσης, να υπάρξει τόσο σε πυρηνικές όσο και σε θετές οικογένειες και ενώ οι γονείς ακόμα συμβιώνουν, αν και η συχνότητά της είναι πολύ μεγαλύτερη σε περιπτώσεις που οι γονείς έχουν χωρίσει ή βρίσκονται σε διάσταση.
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης : Μύθος ή πραγματικότητα;
Βασικές αιτίες της αποξένωσης
Όλα τα μέχρι στιγμής ερευνητικά ευρήματα καταδεικνύουν πως υπάρχουν πολλοί παράγοντες που οδηγούν στην αποξένωση ενός παιδιού από τον ένα γονιό του, οι συνέπειες της οποίας στην ψυχική υγεία του παιδιού, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, είναι σχεδόν πάντα σοβαρότατες.
Η έρευνα δείχνει, επίσης, πως πίσω από την εμφάνιση του φαινομένου υπάρχουν πάντα τόσο συνειδητές όσο και ασυνείδητες διεργασίες και πως είναι σημαντικό να διερευνάται οπωσδήποτε και το συντομότερο δυνατόν η αξιοπιστία τυχόν καταγγελιών για ύπαρξη της οποιασδήποτε μορφής κακοποίησης ώστε να αντιμετωπισθεί άμεσα, εφόσον αυτό ισχύει.
Στις οικογένειες, όπου παρατηρείται το φαινόμενο της αποξένωσης και όπου σχεδόν πάντα υπάρχουν έντονες συγκρούσεις, επικρατεί συχνά μία κουλτούρα ενοχοποίησης των άλλων την οποία υιοθετεί σταδιακά και το παιδί. Ο γονέας που αποξενώνει το παιδί μεταβιβάζει συνειδητά ή/και ασυνείδητα τα έντονα αρνητικά του αισθήματα για τον άλλο γονιό στο παιδί που αρχίζει να τα βιώνει ως δικά του. Τα αισθήματα αυτά μπορεί να οφείλονται σε γεγονότα που ο γονιός αυτός έχει βιώσει ως άκρως προσβλητικά και μειωτικά για το άτομό του (π.χ. απιστία, κακοποίηση), σε μια αδυναμία του γονέα να διαχειρίζεται επώδυνα συναισθήματα, ματαιώσεις κ.ά.
Μία επιπρόσθετη αιτία μπορεί να είναι, επίσης, η αδυναμία του αποξενωμένου γονέα να δείξει την αναγκαία υπομονή και κατανόηση απέναντι στην υπερβολικά δύσκολη θέση που βρίσκεται το παιδί, ενοχοποιώντας και απορρίπτοντάς το ή προβαίνοντας σε «αντίποινα» σε βάρος του. Μερικές φορές, ο αποκλεισμός του γονέα από το παιδί μπορεί να οφείλεται σε μια απέλπιδα προσπάθεια του τελευταίου να διαχειρισθεί μία κατάσταση που υπερβαίνει τις δυνατότητές του.
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης : Μύθος ή πραγματικότητα;
Συνήθη χαρακτηριστικά του παιδιού που αποξενώνει
– Βρίσκει συνεχώς δικαιολογίες για να αποφύγει ή να ελαχιστοποιήσει την επικοινωνία του με το γονιό.
– Το ίδιο το παιδί ζητά περιορισμό της επικοινωνίας με το γονιό του ή/και επιθυμεί να καταθέσει προσωπικά τις απόψεις του στο δικαστήριο.
– Κατηγορίες για άσκηση βίας, σεξουαλική κακοποίηση ή χρήση ουσιών σε βάρος του αποξενωμένου γονέα που μπορεί να είναι αληθινές αλλά και ψευδείς.
Συνήθη χαρακτηριστικά του γονέα που αποξενώνει
– Δυσχεραίνει και σαμποτάρει κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και επαφής του παιδιού με τον αποξενωμένο γονέα, επικαλούμενος/-η έλλειψη χρόνου εξαιτίας διαφόρων υποχρεώσεων του παιδιού (διάβασμα, γενέθλια κάποιου συμμαθητή, διανυκτέρευση σε κάποιο φίλο κ.ά.) ασθένειά του, πως δεν μπορεί να εξαναγκάσει το παιδί να κάνει κάτι που δεν επιθυμεί κ.τ.λ.
– Ενθαρρύνει άμεσα ή έμμεσα το παιδί στην απόρριψη του άλλου γονέα.
– Εμποδίζει την επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα, παρεμβαίνοντας στις τηλεφωνικές συνομιλίες τους, κατηγορώντας τον/την, μιλώντας για δικαστήρια και διάφορες υπαρκτές και μη δυσκολίες, απειλές κ.τ.λ.
Συνήθη χαρακτηριστικά του αποξενωμένου γονέα
– Επαναλαμβανόμενες εναλλαγές διάθεσης, άλλοτε δικαιολογημένες και άλλοτε όχι.
– Εξαναγκάζει το παιδί σε επικοινωνία μαζί του είτε τηλεφωνικά είτε περιμένοντάς το έξω από το σχολείο του είτε με διάφορους άλλους τρόπους.
– Μπορεί να έχει μεγάλες δυσκολίες διαχείρισης του θυμού του.
– Μπορεί να έχει ελλείμματα στο γονικό του ρόλο και στο να συναισθάνεται το παιδί.
– Μπορεί να είναι ένας άκρως κατάλληλος και επαρκής γονιός.
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης
Σύνδρομο γονικής αποξένωσης
Διάκριση ανάμεσα σε «Γονική αποξένωση» και «Σύνδρομο γονικής αποξένωσης»
Επειδή οι δύο όροι χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμα, είναι σημαντικό να αποσαφηνισθεί η διαφορά τους γιατί οι συνέπειες της όποιας ασάφειας μπορεί να έχουν μεγάλη πρακτική σημασία.
Ο όρος «Γονική αποξένωση» (Γ.Α.) αποτελεί όρο ομπρέλα και αφορά κάθε περίπτωση αποξένωσης ενός παιδιού από τον ένα γονιό του που μπορεί να οφείλεται σε οποιαδήποτε μορφή φυσικής, συναισθηματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, όπως και παραμέλησης. Με άλλα λόγια, στον όρο Γ.Α. εντάσσονται διάφορες κατηγορίες αποξένωσης του παιδιού μία εκ των οποίων είναι και το Σ.Γ.Α. που αφορά ειδικά στην αποξένωση ενός παιδιού από τον ένα γονιό του κάτω από συνθήκες συστηματικής χειραγώγησης, ελέγχου και υπονόμευσης της σχέσης του με αυτόν το γονιό.
Η διάγνωση «Σ.Γ.Α.» απαιτεί την ύπαρξη και ταυτοποίηση ενός γονέα που υποβάλει το παιδί σε πλύση εγκεφάλου, ενώ η διάγνωση «Γ.Α.» είναι μη ειδική και δεν απαιτεί κάτι τέτοιο. Πιο συγκεκριμένα, π.χ. σε μία δικαστική διαμάχη, ο δικηγόρος που υπερασπίζεται ένα γονέα που έχει αποξενώσει το παιδί του (αποξενωτής) θα ισχυρίζονταν πως πρόκειται για μία περίπτωση Γ.Α., πράγμα που θα σήμαινε πως το παιδί αρνείται να έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον άλλο γονιό του με υπαιτιότητα του γονέα αυτού γιατί έχει ασκήσει στο παιδί κάποια μορφή βίας και όχι γιατί το παιδί έχει επηρεασθεί καθοριστικά για την απόφασή του αυτή από το γονέα με τον οποίο ζει. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση αυτή και αν το δικαστήριο παραπλανηθεί, ο θύτης αναγάγεται σε θύμα, το δε θύμα σε θύτη.
